Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Athens voice



Βγαίνουμε απο τον σταθμό και ένας θανατηφόρος ήλιος με χτυπάει στα μούτρα. Συγχαίρω τον εαυτό μου που πριν μια ώρα αποφάσισε να βάλει μάλλινο, γιατί “Έλα μωρέ, είναι ύπουλη αυτή η εποχή, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται”. Κάτσε τώρα να σκάσεις ηλίθια, να δεις τι γίνεται.

Ο κόσμος υπερβολικά πολύς, αρχίζει να με πιάνει το αγοραφοβικό μου. Χωνόμαστε σε στενά, ψάχνουμε να βρούμε ένα φινιστρίνι που θέλει να βάλει η Φανή στο σαλόνι. Της τονίζω πως καλύτερη ιδέα θα ήταν ένα ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα, μπας και σταματήσει το αιώνιο μαλλιοτράβηγμα μεταξύ εμού και του γκόμενου της, το οποίο συνήθως αρχίζει με ατάκες τύπου “Δηλαδή τώρα θες να μου πεις πως η Ελίνα απο το Big Brother είναι ωραία γκόμενα? ΘΑ ΜΕ ΤΡΕΛΑΝΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΕ ΜΟΥ?”, και καταλήγει με τον Νίκο να με κυνηγάει πάντα με τον τόμο 10 της εγκυκλοπαίδειας του και να μου δηλώνει πως ο πρώτος όρθιος άνθρωπος γεννήθηκε πριν 11 εκατ. χρόνια και φυσικά ήταν Έλληνας. Κάπου στην τρίτη περιστροφή γύρω απο την τραπεζαρία βαριέμαι να τρέχω, και αρχίζει το ξύλο.
Βρίσκουμε το φινιστρίνι, ρωτάμε την τιμή, και καλούμε το ΕΚΑΒ να έρθει να μας μαζέψει. 250 ευρώ. Δεν πάτε καλά, ε? Επειδή το “παλιό” μετονομάστηκε σε vintage πήραν τα μυαλά σας αέρα.

Φεύγουμε για Πλάκα, θέλει να με πάει σε ένα καφέ που είχε δει τον Λαζόπουλο να κάνει γυρίσματα πριν μερικούς μήνες και της άρεσε. Το πόσο ωραία περάσαμε εγώ και το μάλλινο στην ανηφόρα δεν λέγεται. Φτάνουμε στο καφέ και καθόμαστε στο μόνο διαθέσιμο τραπέζι, στο οποίο φυσικά οι UVA κάνουν πάρτυ. Αν είναι να πεθάνω, ας πεθάνω κάνοντας το φωτοβολταϊκό με τον φραπέ στο χέρι. 

Παρακολουθώ τον κόσμο. Μιλάνε χωρίς να ακούγονται. Μου κάνει τρομερή εντύπωση. Στην Θεσσαλονίκη τσιρίζουμε, κάθεσαι για καφέ και ακούς τι λένε σε τραπέζι που είναι δέκα μέτρα μακριά σου.

Κατακόκκινοι τουρίστες πηγαινοέρχονται με φωτογραφικές μηχανές στο χέρι, μια γκόμενα σκοτώνεται στα σκαλάκια που βρίσκονται πίσω μας καθώς ο φίλος της τη βγάζει φωτογραφία. “Δεν πειράζει, όταν την δείξει στους φίλους της ας πει πως είναι στην Τήνο” λέει η Φανή, και μου φεύγει ο καφές απο την μύτη. 

Μια γάτα αρχίζει να τρίβεται στα πόδια μου. Την χαϊδεύω, με βαριέται στο δίλεπτο, και ξαπλώνει φαρδιά πλατιά δίπλα στο πεζούλι. Ένας επίδοξος γαμπρός σκάει μύτη και την αρπάζει απο τον λαιμό. Αυτή φλερτάρει λίγο μαζί του, αλλά για κάποιο λόγο τα παίρνει κρανίο και την τρώει τη νυχιά στα μούτρα ο κύριος. Υποχωρεί προσωρινά, κρύβεται πίσω απο μια γλάστρα, κι εκεί που πάει να της κάνει ύπουλη επίθεση πατάει κάτι ξερά φύλλα ο μαλάκας και καρφώνεται. Κάπου εκεί χάνεται όλη μου η αγωνία για την έκβαση της υπόθεσης, και αποφασίζω να ασχοληθώ με κάτι περισσότερο εποικοδομητικό, όπως το να κοιτάξω την γλάστρα/καμουφλάζ γάτου.

Βλέπω κάτι ξέμπαρκες τσουκνίδες. 

- Θυμάσαι τον πανικό που δημιουργούσαμε όταν ήμαστε μικρά και ακουμπούσαμε τσουκνίδα? Τόσο κλάμα για το τίποτα.
- Τι λες ρε, έτσουζε.
- Ναι, έτσουζε, αλλά όχι τόσο που να δικαιολογεί δεκάλεπτο κλάμα και υστερία.
- Κολώνεις να ακουμπήσεις την τσουκνίδα.
- Δεν κολώνω.
- Κολώνεις, ΚΟΛΩΝΕΙΣ.

Πάω κι εγώ και τρίβομαι στις τσουκνίδες και ησυχάζω. Εντάξει, δεν ησυχάζω ακριβώς, μια φαγούρα την είχα, αλλά το point μου το απέδειξα. 

Μετά απο μια αιωνιότητα και μια ηλίαση, αποφασίζουμε να πάμε στο μουσείο της Ακρόπολης. Περίμενα πως θα συγκλονιστώ, αλλά δεν συγκλονίστηκα. Ok, είναι αρκετά επιβλητικό, αλλά δεν μου άρεσε ιδιαίτερα η αρχιτεκτονική του. Και αυτό το διαφανές πουά πάτωμα, που το περπατάς σα κάβουρας γιατί νομίζεις πως απο στιγμή σε στιγμή θα βρεθείς δυο ορόφους κάτω, όλα τα λεφτά του υψοφοβικού.

Γύρω μου κυκλοφορούν κάτι παιδάκια, γαλλικής καταγωγής, με τετράδια στα χέρια. Κοιτάζουν τα εκθέματα και κρατούν σημειώσεις. Συζητούν για την “εργασία για την Ελλάδα” που θα κάνουν μόλις γυρίσουν στη χώρα τους. Πιο πέρα μια ομάδα δικών μας, ακολουθούν βαριεστημένα τον καθηγητή τους ο οποίος φωνάζει λες και είναι στην ψαραγορά. Πέντε το απόγευμα και όλα τους έχουν την φάτσα “Μόλις έβγαλα το κεφάλι μου απο το μπωλ με την κόκα και ήρθα στο μουσείο”. Περπατάνε, σέρνονται δηλαδή, και τραγουδάνε Κιάμο. Τα συμπεράσματα δικά σας. 

Ξανακάνω πιρουέτες πάνω στο λατρεμένο πουά πάτωμα, και κοιτάζοντας κάτω τις βλέπω. Κατεβαίνουμε έναν όροφο και πάω και στέκομαι μπροστά τους. Κι εκείνη τη στιγμή μου σηκώνεται η τρίχα, για πρώτη και τελευταία φορά μέσα σε αυτό το μουσείο. Τις παρατηρώ, σχεδόν κολλάω τα μούτρα μου επάνω τους. Με αφήνει άναυδη η ομορφιά τους, η στάση τους. Το πόσο αδιαφορούν για την μαλακία που μας δέρνει. Τις αποχαιρετώ, λες και με ακούνε, και φεύγουμε.

Κατηφορίζουμε στον πεζόδρομο. Κόσμος απολαμβάνει καφέ και ήλιο. Ένα γέρικο λαμπραντόρ ρίχνει ξάπλες στην μέση του δρόμου, καθώς ο ιδιοκτήτης του μιλάει με κάτι γνωστούς του. Το κοιτάω, τα ματάκια του είναι άσπρα. Κοντοστέκομαι και το καμαρώνω. Λίγο πιο πέρα, ένας νεαρός το κοιτάζει και του χαμογελάει για αρκετή ώρα. Το πιο όμορφο και ειλικρινές χαμόγελο που έχω δει τον τελευταίο καιρό.

Πάνω που είμαι έτοιμη να πάω να του κάνω πρόταση γάμου (του νεαρού, όχι του λαμπραντόρ), με αρπάζει η Φανή απο το μάλλινο και φεύγουμε.

Κάπως έτσι τελειώνει μια όμορφη μέρα, σε μια πόλη που δέκα μέρες πριν δεν συμπαθούσα.