Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Truffle Shuffle


Είμαι 7 χρονών. Μπορεί να είμαι και 8. Ας πούμε ότι είμαι 7,5 να τελειώνουμε, γιατί μπορώ να παλεύω ώρες με το Alzheimer και άκρη να μη βρω. Είμαι λοιπόν 7,5 χρονών και βρίσκομαι στο σπίτι του φίλου μου του Πάνου. Οι γονείς μας κάθονται στο σαλόνι, κι εμείς οργιάζουμε στην κουζίνα. Χοροπηδάμε, σερνόμαστε στα πατώματα, ψάχνουμε το γωνιακό ντουλάπι στο οποίο η μάνα του πάντα κρύβει σοκολάτες, δεν βρίσκουμε τίποτε, παραιτούμαστε και συνεχίζουμε να κοπανιόμαστε πέρα δώθε. Πάνω που ανάβει το κέφι με κλωτσιές και ξεμάλλιασμα, μπουκάρει μέσα η μάνα του, κι εμείς παίρνουμε αυτομάτως το ύφος “Δεν πλησιάσαμε το ντουλάπι/ σεβαστήκαμε πλήρως τα περιοριστικά μέτρα/παρεμπιπτόντως που έχεις κρύψει τα γλυκά καλή μου γυναίκα/what are you talking about lady?”. Το υφάκι πιάνει, η κ.Κική δεν μας περνάει απο ανάκριση, και μας ανακοινώνει πως νοίκιασαν ταινία απο το βίντεοκλαμπ που άνοιξε μερικές μέρες πριν στην γειτονιά, οπότε ήρθε η ώρα να πάρουμε τους κώλους μας και να πάμε να στηθούμε μπροστά στην τηλεόραση. Εμείς αντιδρούμε λες και μας είπε η γυναίκα “Παιδιά, πήραμε μονόκερο, βγείτε στον κήπο να τον χαϊδέψετε. Α, και σε λίγο θα έρθει και ο Άγιος Βασίλης για καφέ, κάντε την λίστα με τα δώρα που θέλετε για φέτος.”  Λογική αντίδραση, δεδομένου πως μέχρι τότε ο συνδυασμός των λέξεων “νοικιάζω” και “βίντεοκλαμπ” στην ίδια πρόταση ήταν τουλάχιστον ουτοπικό σενάριο για το παραμελημένο απο την τεχνολογική εξέλιξη προάστιο μας. Τα βίντεο τα είχαμε για να βλέπουμε καμιά βάπτιση, κάνα γάμο, τέτοια πράγματα. Την χαρά μου την έβρισκα όταν πήγαινα στον θείο μου στην Καλαμαριά, έπαιρνα 4-5 κασέτες Jumaru απο το απέναντι βίντεοκλαμπ, και καθόμουν μπροστά στην τηλεόραση μέχρι να τρέξουν τα σάλια μου απο την αποχαύνωση.

Και μετά απο αυτή την ευχάριστη εικόνα, συνεχίζω. Στρωνόμαστε λοιπόν στο σαλόνι, η κασέτα μπαίνει στην υποδοχή, πατιέται το play, και στην οθόνη εμφανίζεται μια νεκροκεφαλή, την οποία ακολουθεί ο τίτλος. The Goonies

Μέσα στα είκοσι πρώτα λεπτά τρια παιδικά μυαλά χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα. Δεν τα νοιάζει τίποτε άλλο, παρά μόνο το ταξίδι που ξεκινάει μπροστά στα μάτια τους για την εύρεση ενός χαμένου θησαυρού που θα σώσει μια ολόκληρη γειτονιά απο τις μπουλντόζες του κακού κυρίου (δεν ήξερα την λέξη “μαλάκας” τότε) που θέλει να ισοπεδώσει τα σπίτια των Goonies για να χτίσει γήπεδο του γκολφ. Παρακολουθούμε τον Mikey και την παρέα του να λύνουν γρίφους, να πέφτουν σε παγίδες, να κυνηγιούνται απο τους Φρατέλις, να μην τα παρατάνε. Μαγευόμαστε ακόμα περισσότερο όταν βρίσκουν το πλοίο. Τρομάζουμε όταν τους πιάνουν οι κακοί της υπόθεσης. Αγωνιούμε για το αν θα τα καταφέρουν τελικά. Και τα καταφέρνουν. Κι εμείς χαμογελάμε.  

Καθώς πατιέται το eject εγώ κάνω προγραμματικές δηλώσεις, λες και με ρώτησε κανείς. “Τα Goonies θα είναι για πάντα η αγαπημένη μου ταινία”, λέω με στόμφο.
Την επόμενη βδομάδα μας ρωτάνε ποια ταινία θέλουμε να δούμε. Και οι τρεις δίνουμε την ίδια απάντηση. Την οποία δεν αλλάζουμε για αρκετό καιρό.


Είμαι 30. Και είμαι βόδι. Γιατί εδώ που πρέπει να κάνω εκπτώσεις, το Alzheimer κοιμάται όρθιο. Μόνο στα 7-8 ξέρω να κάνω παζάρια. Τέλος πάντων, είμαι 30 και χαζεύω στο torrentz, μπας και βγήκε κανένα καινούριο επεισόδιο των σειρών που παρακολουθώ και δεν το πήρα χαμπάρι. Η Meredith δεν μας κάνει την χάρη, και οι Sam και Dean μόλις άνοιξαν πόλεμο με τον Θεό, αλλά απο Οκτώβρη θα μάθουμε τι γίνεται.  Μια αναλαμπή βαράει ξαφνικά τον εγκέφαλο μου και κατεβάζω την “αγαπημένη μου ταινία για πάντα”. Έχω γύρω στα 15 χρόνια να την δω και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ξενερώσω και να πάει το “για πάντα” περίπατο.

Την βάζω να παίζει. Αυτή τη φορά δεν μου χρειάζονται είκοσι λεπτά. Απο το πρώτο κιόλας πλάνο γυρίζω πίσω. Στην εποχή που το αβγό ήταν αυγό. Τότε που το πρώτο παγωτό το τρώγαμε στις 15 Ιουνίου, και μετρούσαμε πόσα μπάνια κάναμε το καλοκαίρι για να την πούμε στους συμμαθητές μας τον Σεπτέμβρη. Τότε που οι εποχές ήταν τέσσερις, και το μοναδικό μας βάσανο το σχολείο. Τότε που όλα ήταν πιο απλά.

Παρακολουθώ την ταινία σα να την βλέπω για πρώτη φορά. Κι ας είναι η 854η. Κι ας ξέρω όλους τους διαλόγους απ’ έξω. Ο ενθουσιασμός μου είναι ακριβώς ο ίδιος. Στο τέλος συγκινούμαι. Ίσως γιατί προς στιγμήν ξαναπίστεψα στους χαμένους θησαυρούς. Ίσως γιατί συνειδητοποίησα πως δεν έχω μετρήσει τα μπάνια μου εδώ και πάρα πολλά καλοκαίρια.

Ίσως γιατί το παιδικό μου “για πάντα” δεν χάθηκε μέσα στα χρόνια που πέρασαν.



Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

GPmyasS


Χάνομαι. Εύκολα και με συνοπτικές διαδικασίες. Αν με στείλεις σε περιοχή που δεν γνωρίζω, ακόμα και να μου δώσεις σαφέστατες οδηγίες, δεν θα φτάσω ποτέ στον τελικό προορισμό μου. Κάπου στην πορεία θα χαθώ, θα πανικοβληθώ, και θα τριγυρνάω σα τον βλάκα μέχρι να βρω κάτα τύχη τον σωστό δρόμο, ή μέχρι να δω πινακίδα που να λέει “Προς Βουλγαρία”  (true story) και να αποφασίσω να κάνω αναστροφή.

Το λοιπόν, σήμερα έπρεπε να πάω στον λογιστή μου, ο οποίος βρίσκεται στην άλλη άκρη της πόλης, με την οποία σαφώς δεν είχα έως τώρα ουδεμία σχέση, πέρα απο μερικά χαιρετίσματα που της έδινα απο την ασφάλεια του περιφερειακού. Που κατάρα στις αποδείξεις δηλαδή. Αν δεν ήταν αυτές στη μέση, μια χαρά θα τα λέγαμε απο το τηλέφωνο όπως τόσα χρόνια, και ούτε γάτα ούτε ζημιά. 

Αποφασίζω πως είμαι χαμένη υπόθεση πριν καν ξεκινήσω, και δανείζομαι το gps της Φανής το οποίο είτε είναι λίγο στην κοσμάρα του ώρες ώρες και λέει ότι να ‘ναι, ή δεν μας συμπαθεί και το κάνει επίτηδες. 

Το ρυθμίζω και ξεκινάω να κατακτήσω τον Εύοσμο! 

Και το δράμα αρχίζει απο την στιγμή που η κοπελίτσα λέει το πρώτο της “Σε 200 μέτρα στρίψτε αριστερά”. Που είναι το πρόβλημα, θα μου πεις. Στο ότι δεν μπορώ να υπολογίσω πόση είναι η απόσταση των 200 μέτρων. Έχω ένα μέτρο με laser, το οποίο έχει λαλήσει, και μια φορά που μαλακιζόμουν και στόχευα τα πάντα μέσα στο σπίτι, έδειχνε πως η απόσταση μεταξύ εμού και του ψυγείου ήταν 27 μέτρα, ενώ ήμουν 4-5 βήματα μακριά του. Ε, κάπως έτσι είμαι κι εγώ. Έχω σταματήσει πλέον να απαντώ σε ερωτήσεις τύπου “Πόσο μακριά είναι το τάδε?”, απο τότε που είπα σε μια τουρίστρια -on foot και φορτωμένη με 800 βαλίτσες- πως το ξενοδοχείο που ήθελε να πάει ήταν 3 χιλιόμετρα μακριά, ενώ στην πραγματικότητα η απόσταση δεν ξεπερνούσε το χιλιόμετρο. Τα εγκεφαλικά της τουρίστριας όσα και οι βαλίτσες της. 

Περνάω που λες το σωστό φανάρι, αρχίζει να τσιρίζει αυτή “Στρίψτε αριστερά!”, “Όπου θέλω θα στρίψω!” της λέω για να της φύγει η μαγκιά, και την αφήνω να κάνει υπολογισμό καινούριας διαδρομής. Στρίβω στο επόμενο φανάρι, και απο κει και πέρα μια ήταν η σκέψη  που βασάνιζε όλο μου το είναι. Κάθε πότε αναβαθμίζουν τους χάρτες? Επικρατέστερη απάντηση το “ποτέ”. Η γκόμενα με διέταξε τουλάχιστον 3 φορές να στρίψω πάνω σε τοίχο, άλλες 2 να μπω ανάποδα σε μονόδρομο, και με έβαλε και μια φορά στην αυλή ενός συγκροτήματος. Να κάνω άσκοπους κύκλους βρίζοντας την εγώ, να υπολογίζει αυτή. Αν και περνούσαμε πολύ ωραία, αποφάσισα να παραιτηθώ απο την προσπάθεια πριν αρχίσει να στάζει εγκεφαλικό υγρό απο τα ρουθούνια μου, ρώτησα έναν κύριο για οδηγίες, και τελικά “Φτάσατε στον προορισμό σας” όπως με ενημέρωσε το κορίτσι που είχα ξεχάσει ανοιχτό.

Fuck technology. Ρωτώντας πας στην Πόλη!

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Στην Κένυα διψάνε


Και στην Θεσσαλονίκη πεινάνε. ΠΕΙΝΑΝΕ.

Καταραμένη δίαιτα.

Καταραμένε μεταβολισμέ.

Καταραμένη βρώμη, που για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνω πρέπει να σε τρώω σε συνδυασμό με κοτόπουλο (?????).

Καταραμένο oreo cookie bash, που με στοιχειώνεις στις 2.30 το χάραμα.

Αυτά. Παραλήρημα τέλος. Πάω να αγκαλιάσω το ψυγείο και να πατήσω τα κλάματα.
Goodnight!

Ps: Μυρίζω σκορδαλιά. Μήπως παθαίνω εγκεφαλικό??